"Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος· οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ· οὐ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, οὐδὲ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν". Ο μοναχός Μιχαήλ είχε ιδρώσει. Προσευχόταν εδώ και ώρα για τη Νάσια, ένα χαριτωμένο πλάσμα, μια κοπέλα δυναμική, ανεξάρτητη, ενθουσιώδη με τη ζωή, παθιασμένη με την κοινωνική δικαιοσύνη. Συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά που ο μοναχός Μιχαήλ ονειρευόταν και για τα υπόλοιπα πνευματικά του παιδιά. Σεβόταν τον πατέρα Μιχαήλ, αν και μερικές φορές του αντιμιλούσε. Δεν ήταν σαν τους άλλους. Πονούσε πραγματικά τους ανθρώπους, συμμεριζόταν τη δυστυχία και δε φοβόταν κανέναν όταν επρόκειτο να υπερασπιστεί τους πιο αδύναμους.Τα δύο τελευταία χρόνια, είχαν αναπτύξει μια σχέση αγάπης. Πνευματική πατρότητα το έλεγε ο Μιχαήλ. Και δεν την ξεχνούσε ποτέ όταν προσευχόταν. Μεσίτευε ενώπιον του Θεού για αυτήν. Και Του ζητούσε να την προστατεύσει, να καλλιεργήσει την προσωπικότητά της και να τη συγχωρέσει που είχε σεξουαλικές σχέσεις με το αγόρι της. Το φορτίο αυτής της αμαρτίας είχε αναλάβει να το σηκώσει ο ίδιος. Πονούσε και παρακαλούσε τον Θεό να μην της το καταλογίσει.
Ο αέρας επιτέλους φύσηξε. Αν και ο Μιχαήλ βρισκόταν στο βουνό, έκανε αφόρητη ζέστη εκείνον τον Αύγουστο. Δεν πρόσεξε το αεράκι. Αν το πρόσεχε, θα θυμόταν την Παλαιά Διαθήκη: "καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος". Δροσιζόταν, χωρίς να το συνειδητοποιεί. Συνέχιζε να προσεύχεται: "ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν." Υπέφερε, αλλά με το θάρρος εκείνου που όλη του τη ζωή υπηρετεί τον Χριστό, ζητούσε από Αυτόν να συγχωρέσει το πνευματικό του παιδί. Σταμάτησε μόνο όταν ένιωσε την καρδιά του να ελαφρύνεται και να είναι έτοιμη να πετάξει. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος τον πληροφορούσε ότι οι προσευχές του εισακούστηκαν από τον Δεσπότη Χριστό. Αρκετά είχε υποφέρει. Παρατήρησε τη φύση. Τον Αύγουστο τα πάντα είναι σε πλήρη ακμή. Ήταν τόσο όμορφα. Ξεκίνησε να κατεβαίνει για το γειτονικό χωριό. Οι κάτοικοι τον αντιμετώπιζαν στην αρχή με καχυποψία. Τι διάβολο θέλει ένας καλόγερος στην περιοχή τους; Γιατί να χτίσει εκεί το κελί του; Έκρυβε κάτι; Ήταν τρελός; Ποιος πήγαινε στα βουνά τον εικοστό πρώτο αιώνα; Σιγά σιγά τον συνήθισαν. Δεν είχε τίποτα το μυστηριώδες. Ούτε ιδιαίτερα όμορφος ήταν, για να τους φάει τις γυναίκες. Μάλλον κάποια βίδα θα του είχε λασκάρει. Έπειτα, ήταν και το ράσο. Όποιος το φοράει παίρνει από την ιερότητά του. Κανείς λοιπόν δεν τόλμησε να του μιλήσει επιθετικά όσο καιρό έζησε στην απομόνωση της ορεινής Κορινθίας. Ποια απομόνωση δηλαδή, που με το ίντερνετ και τα κινητά τα νέα ταξίδευαν με την ταχύτητα του φωτός!
"Καλώς τον πάτερ!" έκανε ο καφετζής του χωριού. "Να φτιάξω καφεδάκι;"
"Φτιάξε. Έχει έρθει αλληλογραφία για μένα;" ρώτησε ο μοναχός.
"Κάτσε εσύ και θα κοιτάξω".
Ο Μιχαήλ έπινε τον καφέ του και κοίταζε το βουνό. Όταν τελείωσε, ευχαρίστησε τον καφετζή, πήρε τα γράμματα που είχαν έρθει για αυτόν και ξεκίνησε τον ανηφορικό δρόμο για το κελί του. Μόλις έφτασε, πότισε πρώτα τον μικρό του κήπο και συνέχισε το βιβλίο που διάβαζε, με τους λόγους του αγίου Ισαάκ του Σύρου. Είχε βάλει σημάδι εκεί που το είχε αφήσει την προηγούμενη:
Ο αέρας επιτέλους φύσηξε. Αν και ο Μιχαήλ βρισκόταν στο βουνό, έκανε αφόρητη ζέστη εκείνον τον Αύγουστο. Δεν πρόσεξε το αεράκι. Αν το πρόσεχε, θα θυμόταν την Παλαιά Διαθήκη: "καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος". Δροσιζόταν, χωρίς να το συνειδητοποιεί. Συνέχιζε να προσεύχεται: "ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν." Υπέφερε, αλλά με το θάρρος εκείνου που όλη του τη ζωή υπηρετεί τον Χριστό, ζητούσε από Αυτόν να συγχωρέσει το πνευματικό του παιδί. Σταμάτησε μόνο όταν ένιωσε την καρδιά του να ελαφρύνεται και να είναι έτοιμη να πετάξει. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος τον πληροφορούσε ότι οι προσευχές του εισακούστηκαν από τον Δεσπότη Χριστό. Αρκετά είχε υποφέρει. Παρατήρησε τη φύση. Τον Αύγουστο τα πάντα είναι σε πλήρη ακμή. Ήταν τόσο όμορφα. Ξεκίνησε να κατεβαίνει για το γειτονικό χωριό. Οι κάτοικοι τον αντιμετώπιζαν στην αρχή με καχυποψία. Τι διάβολο θέλει ένας καλόγερος στην περιοχή τους; Γιατί να χτίσει εκεί το κελί του; Έκρυβε κάτι; Ήταν τρελός; Ποιος πήγαινε στα βουνά τον εικοστό πρώτο αιώνα; Σιγά σιγά τον συνήθισαν. Δεν είχε τίποτα το μυστηριώδες. Ούτε ιδιαίτερα όμορφος ήταν, για να τους φάει τις γυναίκες. Μάλλον κάποια βίδα θα του είχε λασκάρει. Έπειτα, ήταν και το ράσο. Όποιος το φοράει παίρνει από την ιερότητά του. Κανείς λοιπόν δεν τόλμησε να του μιλήσει επιθετικά όσο καιρό έζησε στην απομόνωση της ορεινής Κορινθίας. Ποια απομόνωση δηλαδή, που με το ίντερνετ και τα κινητά τα νέα ταξίδευαν με την ταχύτητα του φωτός!
"Καλώς τον πάτερ!" έκανε ο καφετζής του χωριού. "Να φτιάξω καφεδάκι;"
"Φτιάξε. Έχει έρθει αλληλογραφία για μένα;" ρώτησε ο μοναχός.
"Κάτσε εσύ και θα κοιτάξω".
Ο Μιχαήλ έπινε τον καφέ του και κοίταζε το βουνό. Όταν τελείωσε, ευχαρίστησε τον καφετζή, πήρε τα γράμματα που είχαν έρθει για αυτόν και ξεκίνησε τον ανηφορικό δρόμο για το κελί του. Μόλις έφτασε, πότισε πρώτα τον μικρό του κήπο και συνέχισε το βιβλίο που διάβαζε, με τους λόγους του αγίου Ισαάκ του Σύρου. Είχε βάλει σημάδι εκεί που το είχε αφήσει την προηγούμενη:
"Μην αποκαλέσεις τον Θεό 'δίκαιο', γιατί η δικαιοσύνη Του δε φαίνεται στη δική σου ζωή. Και αν ο Δαβίδ τον ονομάζει δίκαιο και ευθύ, όμως ο Υιός Του μας φανέρωσε ότι είναι περισσότερο αγαθός και χρηστός. Αγαθός είναι, λέει, στους πονηρούς και τους ασεβείς. Και πώς λες τον Θεό δίκαιο, όταν συναντήσεις την παραβολή με τους μισθούς των εργατών; 'Φίλε, δε σε αδικώ, όταν θέλω να δώσω σε αυτόν που ήρθε τελευταία στιγμή τόσα όσα δίνω και σε εσένα. Εάν το μάτι το δικό σου είναι πονηρό, εγώ είμαι αγαθός'. Πώς, πάλι, μπορεί να πει κάποιος τον Θεό 'δίκαιο' όταν διαβάσει την παραβολή του ασώτου υιού, ο οποίος σκόρπισε τα πλούτη του στην ασωτία, όταν, στη συντριβή και μόνο που έδειξε, πώς έτρεξε, και έπεσε καταπάνω του, και του έδωσε εξουσία σε όλον τον πλούτο του; Γιατί κανένας άλλος δεν είπε αυτά για Αυτόν, ώστε να διστάσουμε, αλλά ο ίδιος ο Υιός Του, Αυτός έδωσε αυτή τη μαρτυρία για Αυτόν. Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί και ο Χριστός πέθανε για εμάς!"
Άφησε το βιβλίο στην άκρη.
Γονάτισε.
Ως πότε, Κύριε; Τα παιδιά σου αδικούνται καθημερινά. Πεινάνε. Υποφέρουν. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι με τις αδικίες τους, με τις απατεωνιές τους, με τη δύναμή τους. Η καλοσύνη θεωρείται αδυναμία. Οικογενειάρχες χάνουν τις δουλειές τους, σπίτια ρημάζουν από τους εγωισμούς των γονιών και την πληρώνουν τα παιδιά, νέοι καταστρέφονται με τα ναρκωτικά. Όπου κοιτάξω βλέπω την αδικία. Μητροπολίτες έχουν γκόμενες, ή, ακόμα χειρότερα, γκόμενους, ηγούμενοι ασχολούνται με μπίζνες, μοναχοί παίρνουν ψυχοφάρμακα. Ο Αμπελώνας Σου είναι διαλυμένος. Τι περιμένεις; Δεν καταλαβαίνουν τις ευεργεσίες Σου. Έχουν γίνει τυφλοί μέσα στο σκοτάδι του εγωισμού τους. Ο κόσμος είναι παραδομένος στον πονηρό. Πού είναι ο Ηλίας που περιμένουμε; Πότε θα τους ελέγξει επιτέλους κάποιος τους ισχυρούς που ρουφάνε το αίμα των αθώων;
Θυμήθηκε την Αποκάλυψη του Ιωάννη: "ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι". Καθένας θα κάνει τη δουλειά του. Μέχρι να επιστρέψει ο Χριστός. Αυτό γίνεται τόσους αιώνες.
Συνέχισε την προσευχή του:
"Βοήθησε, Κύριε, τους αδύναμους."
Το βράδυ στριφογύριζε στο κρεβάτι του. Ο ίδιος εφιάλτης τον ταλαιπωρούσε πάνω από μια εβδομάδα. Βρισκόταν, σαν απλός λαϊκός, στην Πόλη, τη μέρα της Άλωσης. Ο κόσμος πήγαινε στο πανηγύρι της Αγίας Θεοδοσίας χωρίς να υποψιάζεται αυτά που θα ακολουθούσαν, ενώ ο Μιχαήλ κατευθυνόταν ανάποδα, προς τον Αυτοκράτορα. Όταν φτάνει σε αυτόν, η κατάσταση είναι ήδη δραματική. Οι στρατιώτες πολεμάνε σώμα με σώμα για τη σωτηρία της Αυτοκρατορίας. Ο Παλαιολόγος μάχεται ηρωικά, αλλά συνειδητοποιεί ότι ο πόλεμος χάθηκε. Ο Μιχαήλ θέλει να τον βοηθήσει, αλλά ο Αυτοκράτορας έχει βάλει την πολιτική πάνω από την πίστη· έχει δεχθεί την Ένωση με τους Λατίνους, λέει το φιλιόκβε στο Πιστεύω και παλεύει μαζί με τους αιρετικούς εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο Μιχαήλ νιώθει πως δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον Αυτοκράτορα, όσο απελπιστική και αν είναι η θέση του. Την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να ταυτιστεί και με τους ανθενωτικούς. Διαισθάνεται ότι οι Μητροπολίτες και ο Πατριάρχης δεν έχουν μόνο την Αλήθεια του Ιησού στο μυαλό τους. Υποπτεύεται πολύ πιο κοσμικά κίνητρα πίσω από την άρνησή τους να ενωθούν οι Εκκλησίες. Όλοι φαίνεται να έχουν χάσει το μυαλό τους. Ο κόσμος γιορτάζει στα πανηγύρια, οι ενωτικοί χρησιμοποιούν την Εκκλησία για να σώσουν την Αυτοκρατορία, οι ανθενωτικοί παίζουν κρυφά πολιτικά παιχνίδια και αφορίζουν τον Παλαιολόγο με το πρόσχημα της πίστης προσβλέποντας σε μεγαλύτερη κοσμική εξουσία... Λίγο πριν ένας Οθωμανός στρατιώτης σφάξει τον Αυτοκράτορα, ο Μιχαήλ ξυπνάει ταραγμένος.
Το βράδυ στριφογύριζε στο κρεβάτι του. Ο ίδιος εφιάλτης τον ταλαιπωρούσε πάνω από μια εβδομάδα. Βρισκόταν, σαν απλός λαϊκός, στην Πόλη, τη μέρα της Άλωσης. Ο κόσμος πήγαινε στο πανηγύρι της Αγίας Θεοδοσίας χωρίς να υποψιάζεται αυτά που θα ακολουθούσαν, ενώ ο Μιχαήλ κατευθυνόταν ανάποδα, προς τον Αυτοκράτορα. Όταν φτάνει σε αυτόν, η κατάσταση είναι ήδη δραματική. Οι στρατιώτες πολεμάνε σώμα με σώμα για τη σωτηρία της Αυτοκρατορίας. Ο Παλαιολόγος μάχεται ηρωικά, αλλά συνειδητοποιεί ότι ο πόλεμος χάθηκε. Ο Μιχαήλ θέλει να τον βοηθήσει, αλλά ο Αυτοκράτορας έχει βάλει την πολιτική πάνω από την πίστη· έχει δεχθεί την Ένωση με τους Λατίνους, λέει το φιλιόκβε στο Πιστεύω και παλεύει μαζί με τους αιρετικούς εναντίον των Μουσουλμάνων. Ο Μιχαήλ νιώθει πως δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον Αυτοκράτορα, όσο απελπιστική και αν είναι η θέση του. Την ίδια στιγμή, δεν μπορεί να ταυτιστεί και με τους ανθενωτικούς. Διαισθάνεται ότι οι Μητροπολίτες και ο Πατριάρχης δεν έχουν μόνο την Αλήθεια του Ιησού στο μυαλό τους. Υποπτεύεται πολύ πιο κοσμικά κίνητρα πίσω από την άρνησή τους να ενωθούν οι Εκκλησίες. Όλοι φαίνεται να έχουν χάσει το μυαλό τους. Ο κόσμος γιορτάζει στα πανηγύρια, οι ενωτικοί χρησιμοποιούν την Εκκλησία για να σώσουν την Αυτοκρατορία, οι ανθενωτικοί παίζουν κρυφά πολιτικά παιχνίδια και αφορίζουν τον Παλαιολόγο με το πρόσχημα της πίστης προσβλέποντας σε μεγαλύτερη κοσμική εξουσία... Λίγο πριν ένας Οθωμανός στρατιώτης σφάξει τον Αυτοκράτορα, ο Μιχαήλ ξυπνάει ταραγμένος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου